Η εξαίρεση ορεινών και μειονεκτικών περιοχών της Θράκης από τις ενισχύσεις
Από την 1η Σεπτεμβρίου χορηγείται η εφάπαξ πληρωμή της εισοδηματικής ενίσχυσης οικογενειών ορεινών και μειονεκτικών περιοχών. Πρόκειται για μία ενίσχυση που δίν
Από την 1η Σεπτεμβρίου χορηγείται η εφάπαξ πληρωμή της εισοδηματικής ενίσχυσης οικογενειών ορεινών και μειονεκτικών περιοχών. Πρόκειται για μία ενίσχυση που δίνεται τα τελευταία χρόνια με σκοπό να στηριχθούν οικογένειες με εισοδήματα κάτω από το όριο της φτώχειας. Το μέτρο στοχεύει στο να αποτρέψει την ερήμωση ολόκληρων χωριών που βρίσκονται σε ορεινές ή μειονεκτικές περιοχές της χώρας.
Ο χαρακτηρισμός των περιοχών ως ορεινών ή μειονεκτικών στηρίζεται σε οδηγία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, χρονολογείται το 1985 όπου και δημοσιεύτηκε στο φύλλο της επίσημης εφημερίδας των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Βάσει αυτής της οδηγίας εκδόθηκε σχετική Υπουργική απόφαση και καταρτίστηκε συγκεκριμένος κατάλογος των οικισμών που χαρακτηρίζονται ως ορεινοί και μειονεκτικοί σε όλη την Ελλάδα.
Πριν λίγες μέρες ο βουλευτής Ροδόπης που εκλέγεται με το ΠΟΤΑΜΙ, Ιλχάν Αχμέτ, έφερε στην επιφάνεια με ερώτηση που κατέθεσε στο Κοινοβούλιο το πολύ σημαντικό θέμα του χαρακτηρισμού ορεινών και μειονεκτικών οικισμών της Ροδόπης.
Πρόκειται για μία παλιά υπόθεση η οποία κατά καιρούς απασχολεί τους εκπροσώπους της Μειονότητας. Συγκεκριμένα, η ένσταση αφορά την εξαίρεση οικισμών της Ροδόπης από την λίστα των ορεινών και μειονεκτικών περιοχών παρόλο που πληρούν όλες τις γεωγραφικές, πληθυσμιακές και άλλες προϋποθέσεις για να ενταχθούν σε αυτό το ειδικό καθεστώς. Στην περίπτωση της Ροδόπης πρόκειται κυρίως για ορεινές περιοχές με αμιγή μειονοτικό πληθυσμό όπου ζούνε κάτω από το όριο της φτώχειας και έχουν μοναδική ενασχόληση την καλλιέργεια καπνού.
Παλαιότερα η συγκεκριμένη ενίσχυση είχε τεθεί ξανά με τη μορφή ερώτησης που κατέθεσε αυτήν την φορά ο πρώην βουλευτής Ξάνθης με το ΠΑΣΟΚ, Τσετίν Μαντατζή. Για την περίπτωση της Ξάνθης ο πρώην βουλευτής είχε επισημάνει μία ιδιομορφία που δεν ελήφθη υπόψη και αφορά την χορήγηση του επιδόματος στον «αρχηγό του νοικοκυριού». Ο βουλευτής σημείωσε ότι στην ορεινή Ξάνθη είναι πολύ συνηθισμένο το φαινόμενο της συγκατοίκησης περισσότερων των μία οικογενειών. Παραδοσιακά, ο γιος της οικογένειας όταν παντρεύεται φέρνει την νύφη να μείνει στο πατρικό του σπίτι. Έτσι το επίδομα λαμβάνει ο επικεφαλής της μίας οικογένειας και όχι ο επικεφαλής της ετέρας οικογένειας με την οποία συγκατοικούν στο ίδιο σπίτι. Ο βουλευτής χαρακτήρισε το μέτρο κοινωνικά άδικο.
Η περίπτωση της Ροδόπης είναι λίγο πιο ξεχωριστή και δημιουργεί το αίσθημα της άνισης μεταχείρισης. Στην ερώτηση του βουλευτή Ιλχάν Αχμέτ διαβάζουμε: «Η οδηγία του 1985 συμπεριέλαβε έναν σημαντικό αριθμό οικισμών στον Ν. Ροδόπης, από την άλλη ωστόσο πλευρά βάση της ίδιας οδηγίας εξαιρέθηκαν πολλές περιοχές οι οποίες έχουν άμεση ανάγκη να χαρακτηριστούν ως μειονεκτικές. Συγκεκριμένα, βάση της οδηγίας εξαιρέθηκαν οικισμοί οι οποίοι απείχαν λίγα μόλις χιλιόμετρα από άλλους που χαρακτηρίσθηκαν ως ορεινοί ή μειονεκτικοί. Επιπλέον, αν λάβουμε υπόψη μας ότι πολλοί από τους οικισμούς που εξαιρέθηκαν κατοικούνται από πολίτες που προσδιορίζονται κατά κανόνα από χαμηλό βιοτικό επίπεδο ενώ ως μοναδική πηγή εσόδων έχουν την μονοκαλλιέργεια του καπνού, μεταξύ αυτών και πολυάριθμα μέλη της Μειονότητας, τότε αντιλαμβάνεται κανείς την αναγκαιότητα να χαρακτηριστούν και κάποιες από τις περιοχές που εξαιρέθηκαν ως μειονεκτικές. Η διαμορφωθείσα κατάσταση αφήνει να αιωρείται το αίσθημα της άνισης μεταχείρισης σε πολλούς οικισμούς που εξαιρέθηκαν και κατοικούνται από ευπαθείς ομάδες. Η εν λόγω εξαίρεση στερεί από αυτές τις πληθυσμιακές ομάδες το δικαίωμα να λαμβάνουν τις επιδοτήσεις που πραγματικά δικαιούνται λόγω του ότι μένουν σε αντικειμενικά μειονεκτικές περιοχές, ενώ συγχρόνως η διάταξη αυτή καθίσταται τροχοπέδη ως προς την ένταξη των περιοχών αυτών σε διάφορα αναπτυξιακά προγράμματα».
Πράγματι, αν μελετήσει κανείς τον χάρτη των ορεινών και μειονεκτικών περιοχών στη Ροδόπη θα διαπιστώσει ότι οικισμοί που απέχουν λίγα χιλιόμετρα με τα ίδια ακριβώς κριτήρια, εξαιρέθηκαν από την λίστα. Αν το δει κανείς σε συνάρτηση με τους μειονοτικούς οικισμούς, τότε θα διαπιστώσει ότι ένας σημαντικός αριθμός μειονοτικών οικισμών έμειναν εκτός λίστας και πρόκειται για χωριά αποδεδειγμένα με εξαιρετικά χαμηλό βιοτικό επίπεδο και υψηλά ποσοστά ανεργίας.
Το θέμα των ορεινών και μειονεκτικών περιοχών αγγίζει τον πληθυσμό της Μειονότητας όχι μόνο ως προς τη χορήγηση της πληρωμής της εισοδηματικής ενίσχυσης οικογενειών στην οποία αναφερθήκαμε στην αρχή, αλλά επιπλέον μιας σειράς ενισχύσεων που συνδέονται κυρίως με τον πρωτογενή τομέα και την κτηνοτροφία. Επίσης, έχει να κάνει με αναπτυξιακά προγράμματα διότι οι κάτοικοι των προσδιοριζόμενων ως ορεινών και μειονεκτικών περιοχών επωφελούνται ορισμένων προγραμμάτων με δεδομένη την ανέχεια που χαρακτηρίζει τις περιοχές στις οποίες ζούνε.
Τέλος, αξίζει να προστεθεί στα παραπάνω ότι παρά τα επίσημα ποσοστά ανεργίας, ένα μεγάλο ποσοστό μελών της Μειονότητας δεν είναι επίσημα καταγεγραμμένοι στα μητρώα του ΟΑΕΔ ως άνεργοι. Αυτό αφορά κυρίως τις γυναίκες και νεότερα μέλη των οικογενειών οι οποίοι απασχολούνται ως βοηθητικό προσωπικό στην καλλιέργεια του καπνού και στον πρωτογενή τομέα χωρίς να εμφανίζονται ως επίσημα εργαζόμενοι. Δηλαδή, απασχολούνται σε καλλιέργειες οι οποίες είναι απαιτητικές και θέλουν εργατικά χέρια, σε καλλιέργειες που δεν αποφέρουν μεγάλο κέρδος ενώ δεν έχουν προσωπικό οικονομικό όφελος και προσωπικές απολαβές από την εργασία αυτή, επί της ουσίας δηλαδή είναι άνεργοι.
Μία σημαντική πληροφορία που αποκομίζουμε από την ερώτηση του Ιλχάν Αχμέτ είναι ότι το 2005 συνεδρίασαν τα αρμόδια όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης με αντικείμενο να τεθούν νέα κριτήρια καθορισμού των μειονεκτικών περιοχών. Οι εργασίες δεν ολοκληρώθηκαν και επρόκειτο να επαναληφθούν χωρίς ωστόσο μέχρι σήμερα να έχουμε νεότερες εξελίξεις. Ρωτάει λοιπόν ο βουλευτής αν υπάρχουν νέα κριτήρια, αν η Οδηγία του 1985 έχει τροποποιηθεί, αν οι ελληνικές κυβερνήσεις συμμορφώθηκαν με την τροποποίηση και αν υπάρχει συζήτηση για να αλλάξουν τα κριτήρια και να συμπεριληφθούν στην λίστα οικισμοί της Ροδόπης που δικαιούνται βάσει αξιοκρατικών και αντικειμενικών κριτηρίων την ένταξή τους στην λίστα των ορεινών και μειονεκτικών περιοχών.
Σε παλαιότερη εκπομπή είχαμε αναφέρει ότι στην περίπτωση της Τουρκικής Μειονότητας ένας μικρός αποκλεισμός συνεπάγεται συνήθως ευρύτερους αποκλεισμούς. Έτσι κι εδώ, η εξαίρεση οικισμών από τον κατάλογο ορεινών και μειονεκτικών περιοχών ή ακόμα το να μην λαμβάνονται υπόψιν οι ιδιομορφίες μιας κοινότητας, όπως αυτή που κατέγραψε παλιότερα σε ερώτησή του ο βουλευτής Ξάνθης Τσετίν Μαντατζή, υποδηλώνει καταρχάς αδιαφορία. Όταν ωστόσο μιλάμε για επίσημες κρατικές αρχές, τότε τέτοιου είδους αποκλεισμοί υποδηλώνουν επιλεκτικό αποκλεισμό και εσκεμμένη αδιαφορία.
Όταν φυσικά αναφερόμαστε σε μία Οδηγία του 1985, του περασμένου δηλαδή αιώνα, η οποία έχει κυρίως οικονομικό χαρακτήρα και αναφέρεται σε οικονομικά χαρακτηριστικά, τότε καλό είναι να λαμβάνουμε υπόψη τα σύγχρονα δεδομένα, τις ανάγκες κάθε περιόδου, την οικονομική κρίση που έχει σαρώσει την χώρα και κυρίως τις ήδη φτωχές περιοχές και έχει μεγεθύνει τις ανάγκες σε κοινωνική μέριμνα και παρεμβάσεις ανθρωπιστικού χαρακτήρα.