Αντιπαράθεση για το καθεστώς των Μουφτειών στη Θράκη – Διαφορετικές ερμηνείες διεθνούς δικαίου και θρησκευτικής αυτονομίας
Σε εξέλιξη βρίσκεται έντονη διπλωματική και πολιτική αντιπαράθεση σχετικά με το καθεστώς των Μουφτειών στη Δυτική Θράκη
Σε εξέλιξη βρίσκεται έντονη διπλωματική και πολιτική αντιπαράθεση σχετικά με το καθεστώς των Μουφτειών στη Δυτική Θράκη, μετά τις πρόσφατες εξελίξεις στον διορισμό μουφτή στο Διδυμότειχο και την έναρξη αντίστοιχων διαδικασιών σε Κομοτηνή και Ξάνθη.
Το Υπουργείο Εξωτερικών της Τουρκίας, με ανακοίνωσή του στις 8 Απριλίου 2026, υποστήριξε ότι η μη αναγνώριση των μουφτήδων που έχουν εκλεγεί από την τουρκική κοινότητα της Δυτικής Θράκης και η επιβολή διορισμένων από το κράτος συνιστά παραβίαση των θρησκευτικών δικαιωμάτων που απορρέουν από τη Συνθήκη της Λωζάνης.
Απαντώντας, το Υπουργείο Εξωτερικών της Ελλάδας τόνισε ότι το καθεστώς της μειονότητας στη Θράκη καθορίζεται πλήρως από το ισχύον διεθνές πλαίσιο, χωρίς περιθώρια παρερμηνειών. Σύμφωνα με την ελληνική θέση, η Συνθήκη της Λωζάνης δεν προβλέπει διαδικασία εκλογής των μουφτήδων, ενώ επισημαίνεται ότι οι μουφτήδες ασκούν και δικαστικές και διοικητικές αρμοδιότητες, γεγονός που, όπως αναφέρεται, καθιστά μη εφαρμόσιμη μια καθαρά εκλογική διαδικασία. Παράλληλα, η ελληνική πλευρά υπογραμμίζει ότι τα ζητήματα της μουσουλμανικής μειονότητας αντιμετωπίζονται στη βάση της ισότητας ενώπιον του νόμου και της πλήρους διασφάλισης των θρησκευτικών ελευθεριών.
Από την πλευρά του, ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας Τούρκων Δυτικής Θράκης (ABTTF), Χαλήτ Χαμπίπ Ογλού, εξέφρασε έντονη διαφωνία με την ελληνική θέση. Όπως δήλωσε, η ανακοίνωση του ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών αγνοεί το διεθνές δίκαιο και τις ιστορικές συνθήκες που κατοχυρώνουν την αυτονομία της κοινότητας σε θρησκευτικά και εκπαιδευτικά ζητήματα.
Ο ίδιος ανέφερε ότι, βάσει της Συνθήκης των Αθηνών του 1913 και της Συνθήκης της Λωζάνης του 1923, η κοινότητα στη Δυτική Θράκη είχε αναγνωρισμένη θρησκευτική αυτονομία, η οποία, όπως υποστήριξε, εφαρμοζόταν στην πράξη έως το 1985 με τον καθορισμό των μουφτήδων από την ίδια την κοινότητα. Παράλληλα, επέκρινε τη σημερινή πρακτική διορισμού, σημειώνοντας ότι με πρόσφατες νομοθετικές ρυθμίσεις οι Μουφτείες λειτουργούν ως δημόσιες υπηρεσίες και οι μουφτήδες ως κρατικοί αξιωματούχοι.
Στο ίδιο πλαίσιο, έθεσε και ζήτημα ίσης μεταχείρισης των θρησκευτικών κοινοτήτων, επισημαίνοντας ότι, παρά το γεγονός ότι το Σύνταγμα της Ελλάδας ορίζει ως επικρατούσα θρησκεία την Ορθόδοξη Εκκλησία, το κράτος δεν παρεμβαίνει στον ορισμό των θρησκευτικών λειτουργών της, όπως –κατά τον ίδιο– συμβαίνει στην περίπτωση των Μουφτειών.
Η υπόθεση αναδεικνύει τις διαφορετικές προσεγγίσεις Ελλάδας και Τουρκίας ως προς την ερμηνεία των διεθνών συνθηκών και το εύρος της θρησκευτικής αυτονομίας της μειονότητας, διατηρώντας το ζήτημα ψηλά στην ατζέντα των διμερών σχέσεων.